υπερορία

υπερορία
η
1) эмиграция;

αναγκαστική υπερορία — вынужденная эмиграция;

2) высылка, изгнание (за пределы государства)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "υπερορία" в других словарях:

  • ὑπερορία — ὑπερορίᾱ , ὑπερόριος over the boundaries fem nom/voc/acc dual ὑπερορίᾱ , ὑπερόριος over the boundaries fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ὑπερορίᾱ , ὑπερορία fem nom/voc/acc dual ὑπερορίᾱ , ὑπερορία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερορίᾳ — ὑπερορίᾱͅ , ὑπερόριος over the boundaries fem dat sg (attic doric aeolic) ὑπερορίαι , ὑπερορία fem nom/voc pl ὑπερορίᾱͅ , ὑπερορία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερορία — η / ὑπερορία, ΝΜΑ βλ. υπερόριος …   Dictionary of Greek

  • υπερορία — η αναγκαστική απομάκρυνση ατόμου πέρα από τα όρια του κράτους, απέλαση, εξορία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπερόρια — ὑπερόριος over the boundaries neut nom/voc/acc pl ὑπερόριος over the boundaries neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερορίας — ὑπερορίᾱς , ὑπερόριος over the boundaries fem acc pl ὑπερορίᾱς , ὑπερόριος over the boundaries fem gen sg (attic doric aeolic) ὑπερορίᾱς , ὑπερορία fem acc pl ὑπερορίᾱς , ὑπερορία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερορίαι — ὑπερορίᾱͅ , ὑπερόριος over the boundaries fem dat sg (attic doric aeolic) ὑπερορία fem nom/voc pl ὑπερορίᾱͅ , ὑπερορία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερορίαν — ὑπερορίᾱν , ὑπερόριος over the boundaries fem acc sg (attic doric aeolic) ὑπερορίᾱν , ὑπερορία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεροριῶν — ὑπερορία fem gen pl ὑπερορίζω drive beyond the frontier fut part act masc nom sg (attic epic doric) ὑπερορίζω drive beyond the frontier fut part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερόριος — α, ο / ὑπερόριος, ία, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος, και ποιητ. ιων. τ. ὑπερούριος, ον, Α 1. αυτός που βρίσκεται ή τελείται πέρα από τα όρια ενός κράτους 2. το θηλ. ως ουσ. η υπερορία α) η πέρα από τα όρια ενός κράτους χώρα, η ξενιτιά (α. «έζησε χρόνια… …   Dictionary of Greek

  • заточение — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. ὑπερορία) изгнание, ссылка.   … …   Словарь церковнославянского языка


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»